κατάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάρα κατάρες
γενική κατάρας καταρών
αιτιατική κατάρα κατάρες
κλητική κατάρα κατάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάρα < αρχαία ελληνική κατάρα < κατά + ἀρά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάρα θηλυκό

  1. επίκληση για επέλευση κακού
  2. αναθεματισμός
  3. (μεταφορικά) μεγάλη δυστυχία

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (τριγυρνάω / γυρίζω / περιφέρομαι) σαν την άδικη κατάρα: (περιφέρομαι) άσκοπα, χωρίς τελειωμό.
«Σε κυπαρίσσι ν΄ανεβεί, να μάσει τον καρπό του,
το κυπαρίσσι να είν΄ψηλό, να λυγιστεί να πέσει.
Από ψηλά να γκρεμιστεί και χαμηλά νά πέσει,
σαν το γυαλί να ραγιστεί, σαν το κερί να λιώσει·
να πέσει εις τούρκικα σπαθιά, εις φράγκικα μαχαίρια.
Πέντε γιατροί να τον κρατούν και δέκα μαθητάδες,
και δεκαοκτώ γραμματικοί τα πάθη του να γράφουν.
Κι εγώ διαβάτρια να γενώ και να τους χαιρετίσω.
Καλώς τα κάνατε, γιατροί, καλώς τα πολεμάτε,
αν κόβουν τα ψαλίδια σας, κορμί μη λυπηθείτε,
έχω κι εγώ λινό πανί σαρανταπέντε πήχες,
όλο μουρτάρια και ξαντά στου δίγνωμου τη σάρκα...»(Η κατάρα της απαρνημένης)

Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, έκδ. Βαγιονάκης, 1914

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]