κατάσκοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κατάκοπος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η κατάσκοπος οι κατάσκοποι
      γενική του/της κατασκόπου
& κατάσκοπου
των κατασκόπων
    αιτιατική τον/την κατάσκοπο τους/τις κατασκόπους
& κατάσκοπους
     κλητική κατάσκοπε κατάσκοποι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάσκοπος < αρχαία ελληνική κατάσκοπος < κατά + σκοπός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάσκοπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης
  2. που παρακολουθεί κάποιον κρυφά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]