κατάστασις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάστασις θηλυκό


Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάστασις < αρχαία ελληνική κατάστασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάστασις θηλυκό

  1. εγκατάσταση, τοποθέτηση κάποιυ σε αξίωμα
  2. κατάσταση ψυχική, οικονομική κ.λπ.
  3. εμφάνιση, μορφή
  4. καταστάσεις: δουλειές, ασχολίες
  5. συνθήκη ειρήνης, ανακωχή, συμφωνία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κατάστασις καταστάσει καταστάσεις
Γενική καταστάσεως καταστασέοιν καταστάσεων
Δοτική καταστάσει καταστασέοιν καταστάσεσι(ν)
Αιτιατική κατάστασιν καταστάσει καταστάσεις
Κλητική κατάστασι καταστάσει καταστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάστασις < καθίστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάστασις

  1. κατάσταση, οι συνθήκες ή ο τρόπος που υπάρχει κάποιος ή κάτι σε μία χρονική στιγμή ή περίοδο
  2. το σύνταγμα, το κατεστημένο, το καθεστώς (όχι ως κάτι αντιδραστικό, αλλά εκείνο που θεωρείται έγκυρο και έχει σταθεροποιηθεί στην εξουσία από καιρό, έχει δοκιμαστεί στην πράξη, το προγονικό)
  3. οι συνθήκες, όπως οι καιρικές
  4. η διάθεση, η στάση έναντι ενός θέματος
  5. εγκαθίδρυση
  6. διορισμός
  7. εισαγωγή, προετοιμασία, παρουσίαση πρεσβειών στην αγορά
  8. καταλάγιασμα, ηρεμία, ισορροπία