κατάστιχο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κατάστιχτο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάστιχο κατάστιχα
γενική κατάστιχου κατάστιχων
αιτιατική κατάστιχο κατάστιχα
κλητική κατάστιχο κατάστιχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάστιχο < μεσαιωνική ελληνική κατάστιχο / κατάστιχον < (συνεκφορά) κατά στίχον < αρχαία ελληνική στίχος < στείχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steygʰ- (περπατώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈta.sti.xɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάστιχο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) ειδικό τετράδιο για λογιστικές εγγραφές
  2. (προφορικό) τετράδιο σημειώσεων
    συνώνυμα: σημειωματάριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στα μαύρα κατάστιχα: θεωρώ κάποιον αντίπαλό μου, εχθρό μου
  • στου διαβόλου τα κατάστιχα: σε δυσμένεια, εχθρότητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]