κατάχρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάχρηση καταχρήσεις
γενική κατάχρησης
& καταχρήσεως
καταχρήσεων
αιτιατική κατάχρηση καταχρήσεις
κλητική κατάχρηση καταχρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάχρηση < κατάχρησις < καταχρώμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάχρηση αρσενικό

  1. η υπερβολική χρήση
    ο αλκοολικός κάνει κατάχρηση αλκοόλ
    τον έφαγαν οι καταχρήσεις -έπινε, ξενυχτούσε, έτρωγε το καταπέτασμα, κάπνιζε, γενικά ζούσε πολύ άσωτα
    Τον είχα σαν αδελφό μου, αλλά τελικά έκανε κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου
    οι ρουσφετολογικοί διορισμοί ουσιαστικά συνιστούν κατάχρηση εξουσίας
  2. ο σφετερισμός χρημάτων άλλων προσώπων ή εταιρειών
    έφαγε οκτώ χρόνια κάθειρξη για την κατάχρηση από το ταμείο της τράπεζας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]