κατέχω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατέχω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈte.xo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τέ‐χω
Ρήμα
[επεξεργασία]κατέχω, παθ.φωνή: κατέχομαι, μτχ.π.ε.: κατεχόμενος ελλειπτικό ρήμα χωρίς συνοπτικούς χρόνους
- έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου
- διατηρώ στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής σε ξένη χώρα και την ελέγχω
- γνωρίζω κάτι καλά
Κατέχεις τίποτα από ηλεκτρολογικά;
- (κρητικά) καταλαβαίνω
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Δεν κατέχω φράγκικα.
[ΑΣΤ.] Μουρέ, α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Είπα σου το, δεν κατέχω ντα μου λες, Θιός...
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' ενικ. | κατέχω | κατείχα | θα κατέχω | να κατέχω | κατέχοντας | |
| β' ενικ. | κατέχεις | κατείχες | θα κατέχεις | να κατέχεις | κάτεχε | |
| γ' ενικ. | κατέχει | κατείχε | θα κατέχει | να κατέχει | ||
| α' πληθ. | κατέχουμε | κατείχαμε | θα κατέχουμε | να κατέχουμε | ||
| β' πληθ. | κατέχετε | κατείχατε | θα κατέχετε | να κατέχετε | κατέχετε | |
| γ' πληθ. | κατέχουν(ε) | κατείχαν κατείχαν(ε) |
θα κατέχουν(ε) | να κατέχουν(ε) |
- Παθητική φωνή → λείπει η κλίση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έχω στην κατοχή μου
Πηγές
[επεξεργασία]- κατέχω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κατέχω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατέχω | κατέχομαι |
| Παρατατικός | κατεῖχον | κατειχόμην |
| Μέλλοντας | καθέξω, κατασχήσω | καθέξομαι, κατασχήσομαι & κατασχεθήσομαι |
| Αόριστος | κατέσχον | κατεσχόμην, κατηνεξάμην & κατεσχέθην |
| Παρακείμενος | κατέσχηκα | κατέσχημαι |
| Υπερσυντέλικος | κατεσχήκειν | κατεσχήμην |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]κατέχω (Χρειάζεται στοιχεία παραθεμάτων)
- κατέχω αντικείμενο, περιουσία, έχω κάτι στην κατοχή μου, το κάνω δικό μου
σῴζειν ἅπερ ἃν ἅπαξ κατάσχωσι
ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες
πάρος τινὰ γαῖα καθέξει : σύντομα θα μας κάνει δικούς της η γη (θα πεθάνουμε)
- κατέχω γη, εξουσιάζω και παθητικό εξουσιάζομαι, κατέχομαι
θήκας Ἰλιάδος γᾶς κατέχουσι
καρδίαν κατέσχετο ἔρωτι
- χαλιναγωγώ, συγκρατούμαι, αναχαιτίζω
οὐδὲ γὰρ αὐτὸς ἐδυνάμην τὸν γέλωτα κατασχεῖν : ούτε εγώ μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια μου
- (μεταφορικά) γεμίζω, πλημμυρίζω, καθιστώ κάτι κυρίαρχο σε ένα χώρο
οἰμωγὴ κατεῖχε πελαγίαν ἅλα
νὺξ δνοφερὴ κάτεχ᾽ οὐρανόν/ σελήνη κατείχετο νεφέεσσιν
συνέβη λοιμώδη νόσον κατασχεῖν τὴν Ἰταλίαν”
- φτάνω στη στεριά από τα ανοιχτά της θάλασσας
ὁ δὲ δὴ ναυτικὸς στρατὸς ὁρμηθεὶς ἔπλεε καὶ κατέσχε τῆς Μαγνησίης χώρης
- επικρατώ
ὁ βορέας κατεῖχεν
- αντιλαμβάνομαι
τρίτον δὲ οὐ σφόδρα κατέχω τί βούλει φράζειν : δεν είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνω τι εννοείς με το τρίτο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] κατέχω - ενεργητικοί τύποι
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
- Μεσοπαθητικοί τύποι → λείπει η κλίση
Πηγές
[επεξεργασία]- κατέχω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κατέχω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα ελλειπτικά (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Κρητικά
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατ- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)