καταβολή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταβολή καταβολές
γενική καταβολής καταβολών
αιτιατική καταβολή καταβολές
κλητική καταβολή καταβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταβολή < αρχαία ελληνική καταβολή < καταβάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταβολή θηλυκό

  1. η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας
    απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας
  2. (για χρήματα) πληρωμή ή κατάθεση
    οι απαγωγείς ζητούν την καταβολή λύτρων
  3. εξασθένιση
    ο τάδε παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων
  4. το ξεκίνημα, η δημιουργία του κόσμου
    "..του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου." Αποκάλυψη 13:8

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]