καταβρομισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καταβρομισμένος καταβρομισμένη καταβρομισμένο
γενική καταβρομισμένου καταβρομισμένης καταβρομισμένου
αιτιατική καταβρομισμένο καταβρομισμένη καταβρομισμένο
κλητική καταβρομισμένε καταβρομισμένη καταβρομισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταβρομισμένοι καταβρομισμένες καταβρομισμένα
γενική καταβρομισμένων καταβρομισμένων καταβρομισμένων
αιτιατική καταβρομισμένους καταβρομισμένες καταβρομισμένα
κλητική καταβρομισμένοι καταβρομισμένες καταβρομισμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καταβρομισμένος






Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]