καταβόθρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταβόθρα καταβόθρες
γενική καταβόθρας καταβοθρών
αιτιατική καταβόθρα καταβόθρες
κλητική καταβόθρα καταβόθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταβόθρα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταβόθρα θηλυκό

  1. υπόγειος φυσικός αγωγός μέσω του οποίου διοχετεύονται τα νερά λιμνών ή ποταμών στη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]