καταβόθρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταβόθρα οι καταβόθρες
      γενική της καταβόθρας των καταβοθρών
    αιτιατική την καταβόθρα τις καταβόθρες
     κλητική καταβόθρα καταβόθρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταβόθρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταβόθρα θηλυκό

  • υπόγειος φυσικός αγωγός μέσω του οποίου διοχετεύονται τα νερά λιμνών ή ποταμών στη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης


Μεταφράσεις[επεξεργασία]