καταγγελθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταγγελθείς μετοχή αορίστου του ρήματος καταγγέλλομαι (καθαρεύουσα)

Μετοχή[επεξεργασία]

καταγγελθείς, καταγγελθείσα, καταγγελθέν

  1. που τον έχουν καταγγείλει, τον έχουν κατηγορήσει είτε στις επίσημες αρχές είτε σε μέσα μαζικής ενημέρωσης
    • οι καταγγελθέντες για παραβίαση του νόμου περί καπνίσματος...
  2. που τον έχουν παρουσιάσει ως άκυρο σε κάποια νομική αρχή, που τον αμφισβητούν
    • οι καταγγελθείσες συμβάσεις


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Κλίση[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  δοθείς που κλίνεται με παρόμοιο τρόπο στη νεοελληνική και όπου μπορείτε να βρείτε και τους τύπους και τις καταλήξεις αρχαίας ελληνικής και καθαρεύουσας (μόνον που η καθαρεύουσα δεν έκανε χρήση του δυικού)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

(να, όταν) καταγγελθείς