καταγράφομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈɣɾa.fo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐γρά‐φο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]καταγράφομαι, π.αόρ.: καταγράφηκα/καταγράφτηκα, μτχ.π.π.: καταγραμμένος, (ενεργ.: καταγράφω)
- παθητική φωνή του ρήματος καταγράφω