καταγραμμένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]καταγραμμένο
- αιτιατική ενικού του καταγραμμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καταγραμμένος
καταγραμμένο