Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταγωγή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταγωγή οι καταγωγές
      γενική της καταγωγής των καταγωγών
    αιτιατική την καταγωγή τις καταγωγές
     κλητική καταγωγή καταγωγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταγωγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταγωγή < αρχαία ελληνική καταγωγή (αποβίβαση)[1] < κατάγω < κατά + ἄγω, ἀγωγή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ta.ɣoˈʝi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καταγωγή θηλυκό

  1. οι πρόγονοί (ειδικά οι γονείς) ενός ατόμου
    Ποια είναι η καταγωγή σας; Ο εκ μητρός παππούς μου ήταν Μικρασιάτης και και ο εκ πατρός, Μοραΐτης
      Γλυφάδα: Στην Ευελπίδων οι δυο Τούρκοι, κουρδικής καταγωγής, που συνελήφθησαν για το μακελειό (www.tovima.gr, 10.12.2024)
  2. η προέλευση της οικογένειας ενός ατόμου, δηλαδή ο τόπος από τον οποίο κατάγονται.
    Ποια είναι η καταγωγή σας; Μικρά Ασία! Σμύρνη.
  3. (γενικότερα) η αρχική προέλευση, η αρχική μορφή, οικογένειας, έθνους, φυλής, γλώσσας
      Σαν σήμερα, πριν από 165 χρόνια, κυκλοφόρησε στη Βρετανία το βιβλίο «Η καταγωγή των ειδών» που γράφτηκε από έναν Κάρολο Δαρβίνο. (www.tovima.gr, 27.11.2024)
      Όπως έχει εξηγήσει η ίδια, η καταγωγή της από τον μικρότερο αδελφό του Κυβερνήτη, Γεώργιο Καποδίστρια, την καθιστά την τελευταία απόγονο της οικογένειας σε ευθεία αρρενογονία, έπειτα από τέσσερις γενιές. ... Γεννημένη στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου 1966, με καταγωγή από την Κέρκυρα, η Ναταλία Καποδίστρια ακολούθησε από νωρίς μια πολυσχιδή καλλιτεχνική εκπαίδευση. (www.tovima.gr, 16.12.2025)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική καταγωγή αἱ καταγωγαί
      γενική τῆς καταγωγῆς τῶν καταγωγῶν
      δοτική τῇ καταγωγ ταῖς καταγωγαῖς
    αιτιατική τὴν καταγωγήν τὰς καταγωγᾱ́ς
     κλητική ! καταγωγή καταγωγαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καταγωγᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  καταγωγαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταγωγή < αρχαία ελληνική κατάγω < κατα- + ἄγω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καταγωγή θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. κατάβαση
  2. (ναυτικός όρος) ελλιμενισμός, προσέγγιση στο λιμάνι
  3. (συνεκδοχικά) το λιμάνι
  4. η κατάβαση ενός ποταμού, η πλεύση προς το ρεύμα του ποταμού
  5. η πτώση των νερών σ’ έναν καταρράκτη, η κοίτη ενός καταρράκτη
  6. κατάλυμα, διαμονή, πανδοχείο
  7. επιστροφή από εξορία
  8. επαναφορά
  9. τέντωμα
  10. καταγωγή, γενεαλογία