καταγόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καταγόμενος καταγόμενη καταγόμενο
γενική καταγόμενου καταγόμενης καταγόμενου
αιτιατική καταγόμενο καταγόμενη καταγόμενο
κλητική καταγόμενε καταγόμενη καταγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταγόμενοι καταγόμενες καταγόμενα
γενική καταγόμενων καταγόμενων καταγόμενων
αιτιατική καταγόμενους καταγόμενες καταγόμενα
κλητική καταγόμενοι καταγόμενες καταγόμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταγόμενος < μετοχή ενεστώτα του κατάγομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καταγόμενος αρσενικό

  1. που κατάγεται από κάποιον τόπο
    ως καταγόμενη από ορεινό χωριό, δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα
    τα καταγόμενα από την Αυστραλία δέντρα ήρθαν πρόσφατα στην Ευρώπη
  2. που κατάγεται από κάποια οικογένεια ή φυλή
    αν και καταγόμενος από εύπορη οικογένεια, δεν κατάφερε να σπουδάσει
    είχαν διάφορα προνόμια, ως καταγόμενοι από βασιλική γενιά
  3. που αποτελεί εξέλιξη κάποιου πράγματος
    τα κάλαντα είναι έθιμο καταγόμενο από το τις ρωμαϊκές γιορτές των καλενδών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]