καταγώγιον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | καταγώγιον | τὰ | καταγώγιᾰ |
| γενική | τοῦ | καταγωγίου | τῶν | καταγωγίων |
| δοτική | τῷ | καταγωγίῳ | τοῖς | καταγωγίοις |
| αιτιατική | τὸ | καταγώγιον | τὰ | καταγώγιᾰ |
| κλητική ὦ! | καταγώγιον | καταγώγιᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | καταγωγίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | καταγωγίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καταγώγιον ουδέτερο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θρησκεία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)