καταγώγιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καταγώγιον καταγωγίω καταγώγια
Γενική καταγωγίου καταγωγίοιν καταγωγίων
Δοτική καταγωγί καταγωγίοιν καταγωγίοις
Αιτιατική καταγώγιον καταγωγίω καταγώγια
Κλητική καταγώγιον καταγωγίω καταγώγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταγώγιον < κατάγω < κατά + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταγώγιον ουδέτερο

  1. κατάλυμα
  2. πανδοχείο
  3. επιπλέον αμοιβή για τη μεταφορά
  4. (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό καταγώγια: (θρησκεία) σικελική εορτή για την επάνοδο περιστεριού από το πέλαγος
    αντώνυμα: ἀναγώγια