καταδέχομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδέχομαι < αρχαία ελληνική καταδέχομαι < κατά + δέχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταδέχομαι, πρτ.: καταδεχόμουν, στ.μέλλ.: θα καταδεχτώ, αόρ.: καταδέχτηκα

  1. δέχομαι να κάνω κάτι που ταιριάζει σε θέση κατώτερη από αυτήν που έχω ή θεωρώ ότι μου αξίζει
    Για δες την κόμισσα! Δεν καταδέχεται ούτε το πιάτο της να σηκώσει από το τραπέζι
  2. δέχομαι να έρθω σε επαφή με άλλους ανθρώπους
    Από τότε που κέρδισε το λαχείο ο Γιωργάκης, δεν μας καταδέχεται πια ...
    Μπα! Τρία χρόνια είχαμε να σε δούμε. Πώς και μας καταδέχτηκες;

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το ρήμα αυτό συχνά χρησιμοποιείται με αρνητική ή ειρωνική σημασία ή σε αρνητικές προτάσεις. Αντίθετα, η παράγωγη λέξη καταδεκτικός λέγεται με θετική σημασία.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]