καταδίκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταδίκη καταδίκες
γενική καταδίκης καταδικών
αιτιατική καταδίκη καταδίκες
κλητική καταδίκη καταδίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδίκη < αρχαία ελληνική καταδίκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταδίκη θηλυκό

  1. απόφαση δικαστηρίου με την οποία κρίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος και του επιβάλλεται ποινή
  2. (μεταφορικά) κατάσταση πολύ δυσάρεστη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδίκη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταδίκη θηλυκό

  1. δικαστική απόφαση με την οποία επιβάλλεται ποινή