καταδρομικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καταδρομικό τα καταδρομικά
      γενική του καταδρομικού των καταδρομικών
    αιτιατική το καταδρομικό τα καταδρομικά
     κλητική καταδρομικό καταδρομικά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταδρομικό < καταδρομή + -ικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταδρομικό ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

καταδρομικό