καταιγιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καταιγιστικός καταιγιστική καταιγιστικό
γενική καταιγιστικού καταιγιστικής καταιγιστικού
αιτιατική καταιγιστικό καταιγιστική καταιγιστικό
κλητική καταιγιστικέ καταιγιστική καταιγιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταιγιστικοί καταιγιστικές καταιγιστικά
γενική καταιγιστικών καταιγιστικών καταιγιστικών
αιτιατική καταιγιστικούς καταιγιστικές καταιγιστικά
κλητική καταιγιστικοί καταιγιστικές καταιγιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταιγιστικός < καταιγίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταιγιστικός

  1. (στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος) που έχει σχέση με καταιγισμό
    "καταιγιστικά πυρά"

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]