Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατακάνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατακάνα < (λόγιο δάνειο) ιαπωνική 片仮名 (katakana).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.taˈka.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατακάνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατακάνα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, άκλιτο, εννοείται τα σημεία ή σύμβολα κατακάνα

  1. (γραφές) συλλαβάριο της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται κυρίως για γλωσσικά δάνεια, αλλά και για όρους της βιολογίας, ηχομιμητικές λέξεις κ.ά.
    < υπώνυμα: κάνα
     συνυπώνυμα: χιραγκάνα
  2. (επιθετικοποιημένο)
    παράδειγμα Η γραφή κατακάνα έχει πιο γωνιώδη μορφή από την γραφή χιραγκάνα.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]