κατακράτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακράτηση < κατακράτησις < κατακρατώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατακράτηση θηλυκό

  1. παράνομη κράτηση ή κατοχή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]