κατακτώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατακτώ < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conquérir)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈkto/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐κτώ
Ρήμα
[επεξεργασία]κατακτώ, παθ.φωνή: κατακτιέμαι/κατακτώμαι
- κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την Ασία.
- αποκτώ πρόσβαση σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
- αποκτώ κάτι με επίμονες προσπάθειες, επιτυγχάνω ένα στόχο
Η ομάδα επιδιώκει να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
- ασκώ θετική επίδραση σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
Μας έχει κατακτήσει με την ευγένειά του.- ≈ συνώνυμα:
- προκαλώ ερωτική έλξη και ενδιαφέρον σε κάποιον
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κατακτώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κατακτώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)