κατακυρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κατοχυρώνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακυρώνω < αρχαία ελληνική κατακυρόω / κατακυρῶ < κατά + κυρόω / κυρῶ < κῦρος

Ρήμα[επεξεργασία]

κατακυρώνω (παθητική φωνή: κατακυρώνομαι)

  1. κάνω κάτι να είναι έγκυρο
     συνώνυμα: επικυρώνω
  2. (νομική) αναγνωρίζω επίσημα το δικαίωμα κάποιου να έχει κάτι στην κατοχή του
  3. (ειδικότερα) εγκρίνω την πλειοδοτική προσφορά κάποιου σε δημοπρασία και του μεταβιβάζω την κυριότητα κάποιου πράγματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]