κατακυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κατοχυρώνω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακυρώνω < αρχαία ελληνική κατακυρόω / κατακυρῶ < κατά + κυρόω / κυρῶ < κῦρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κατακυρώνω (παθητική φωνή: κατακυρώνομαι)

  1. κάνω κάτι να είναι έγκυρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επικυρώνω
  2. (νομικός όρος) αναγνωρίζω επίσημα το δικαίωμα κάποιου να έχει κάτι στην κατοχή του
  3. (ειδικότερα) εγκρίνω την πλειοδοτική προσφορά κάποιου σε δημοπρασία και του μεταβιβάζω την κυριότητα κάποιου πράγματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]