κατακόρυφα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακόρυφα < κατακόρυφος

Επίρρημα[επεξεργασία]

κατακόρυφα

  1. σε κατακόρυφη θέση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]