κατακόρυφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακόρυφος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κατακόρυφος, -η, -ο

  1. που ακολουθεί τη διεύθυνση της βαρύτητας, που είναι κάθετος σε ένα οριζόντιο επίπεδο
  2. αυτός που έχει κατεύθυνση κάθετη προς το έδαφος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατακόρυφος θηλυκό

  1. (γυμναστική άσκηση) τοποθέτηση του σώματος σε θέση κάθετη προς το επίπεδο και με τα πόδια προς τα πάνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]