κατακόρυφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακόρυφος < κατά + κορυφή

Επίθετο[επεξεργασία]

κατακόρυφος, -η, -ο

  1. που ακολουθεί τη διεύθυνση της βαρύτητας, που είναι κάθετος σε ένα οριζόντιο επίπεδο
  2. αυτός που έχει κατεύθυνση κάθετη προς το έδαφος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατακόρυφος θηλυκό

  • (γυμναστική άσκηση) τοποθέτηση του σώματος σε θέση κάθετη προς το επίπεδο και με τα πόδια προς τα πάνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]