καταλήγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλήγω < αρχαία ελληνική , συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λήγω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈli.ɣɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

καταλήγω

  1. φτάνω στο τέρμα, τελειώνω σε ένα σημείο
  2. φτάνω σε κάποιο μέρος
    ※  Ξεκινήσαμε για τα Μεσόγεια με σκοπό να καταλήξουμε στο Σούνιο. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. (μεταφορικά) έχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα
  4. (μεταφορικά) αποβαίνω, καταντώ, φτάνω σε μια κατάσταση μειωτική
  5. γίνομαι κάτι διαφορετικό από ό,τι ήμουν προηγουμένως
  6. (γλωσσολογία) τελειώνω σε
  7. πεθαίνω
    • ο τραυματίας κατέληξε πριν φτάσει στο νοσοκομείο
  8. καταλήγω στο (συμπέρασμα) ότι (ισχύει το τάδε): συμπεραίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]