Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταλαβαίνω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: καταλαμβάνω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταλαβαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταλαβαίνω[1][2][3]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λαβαίνω. Παραβάλετε καταλαμβάνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ta.laˈve.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καταλαβαίνω

καταλαβαίνω (μεταβατικό), πρτ.: καταλάβαινα, απαρ.: καταλάβει, στ.μέλλ.: θα καταλάβω, αόρ.: κατάλαβα

  1. αντιλαμβάνομαι ή συλλαμβάνω το νόημα, την σημασία, λογική, αιτία ή φύση κάποιου πράγματος μέσω της γλώσσας, των αισθήσεων ή της σκέψης
    παράδειγμα Καταλαβαίνω τι λες.
    παράδειγμα Δεν κατάλαβα πώς έγινε.
    παράδειγμα Καταλαβαίνει ελληνικά.
  2. συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι έπειτα από σκέψη ή εμπειρία την πραγματικότητα, την αλήθεια, τις αιτίες, τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας πράξης ή κατάστασης
    παράδειγμα Τώρα κατάλαβα το λάθος μου.
    παράδειγμα Κατάλαβε ότι τον κορόιδευαν.
  3. μπαίνω στην θέση του άλλου, συμμερίζομαι τα συναισθήματα, τις σκέψεις ή τα προβλήματά του και δείχνω κατανόηση
    παράδειγμα Σε καταλαβαίνω απόλυτα.
    παράδειγμα Οι γονείς του δεν τον καταλαβαίνουν.
  4. σχηματίζω προσωπική γνώμη ή αντίληψη για κάτι, το ερμηνεύω με τον δικό μου τρόπο
    παράδειγμα Έτσι καταλαβαίνω εγώ την δημοκρατία.
  5. (προφορικό) αισθάνομαι ή απολαμβάνω κάτι έντονα ή, αντίθετα, δεν το αντιλαμβάνομαι επειδή περνά γρήγορα
    παράδειγμα Φέτος καταλάβαμε γιορτές.
    παράδειγμα Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω.
  6. (προφορικό) αποκομίζω όφελος, κέρδος ή αποτέλεσμα από μια πράξη
    παράδειγμα Τι κατάλαβες που θύμωσες;

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. καταλαβαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. καταλαβαίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. καταλαβαίνω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταλαβαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταλαμβάνω (κυριεύω, κυριεύω με το μυαλό, εννοώ), κατά μεταπλασμόν βάσει του αορίστου θέματος καταλαβ- + -αίνω (Παραβάλετε παθαίνω, μαθαίνω) από επιρροή του λαβαίνω < λαμβάνω[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λαβαίνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ta.laˈve.no/ (15ος μ.Χ. αιώνας Κωνσταντινουπολίτικη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: καταλαβαίνω

καταλαβαίνω

Αναφορές

[επεξεργασία]