καταλαγιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλαγιάζω < κατά + λαγιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταλαγιάζω

  1. (μεταβατικό) ηρεμώ, καταπραΰνω κάποιον
    Τα γλυκά της λόγια καταλάγιασαν το θυμό του.
  2. (αμετάβατο) έρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, γαλήνης
    Κάποτε τα πάθη καταλαγιάζουν.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]