καταλαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταλαλιά οι καταλαλιές
      γενική της καταλαλιάς των καταλαλιών
    αιτιατική την καταλαλιά τις καταλαλιές
     κλητική καταλαλιά καταλαλιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλαλιά < ελληνιστική κοινή καταλαλιά < αρχαία ελληνική καταλαλέω / καταλαλῶ < κατά + λαλέω / λαλῶ < λάλος (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂-[1]) < (ηχομιμητική λέξη)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /katalaˈʎa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τα‐λα‐λιά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταλαλιά θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.