Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταλληλότης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική καταλληλότης αἱ καταλληλότητες
      γενική τῆς καταλληλότητος τῶν καταλληλοτήτων
      δοτική τῇ καταλληλότητ ταῖς καταλληλότησ(ν)
    αιτιατική τὴν καταλληλότητ τὰς καταλληλότητᾰς
     κλητική ! καταλληλότης καταλληλότητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καταλληλότητε
γεν-δοτ τοῖν  καταλληλοτήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταλληλότης (ελληνιστική κοινή) < κατάλληλο(ς) (ταιριαστός, αρχαία σημασία: αντίστοιχος) + -της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καταλληλότης, -εως θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις κατάλληλος και ἀλλήλους

Σημειώσεις

[επεξεργασία]