καταλυτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καταλυτικός καταλυτική καταλυτικό
γενική καταλυτικού καταλυτικής καταλυτικού
αιτιατική καταλυτικό καταλυτική καταλυτικό
κλητική καταλυτικέ καταλυτική καταλυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταλυτικοί καταλυτικές καταλυτικά
γενική καταλυτικών καταλυτικών καταλυτικών
αιτιατική καταλυτικούς καταλυτικές καταλυτικά
κλητική καταλυτικοί καταλυτικές καταλυτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλυτικός < κατάλυση

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταλυτικός

  1. καταστροφικός
  2. (θρησκεία) σχετικός με νηστεία, επιτρεπόμενος σε βρώση
  3. (χημεία) σχετικός με τους καταλύτες, ουσίες που επιταχύνουν μια χημική αντίδραση
  4. (για αυτοκίνητα) που έχει καταλύτη στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων
    καταλυτικός κινητήρας, καταλυτικό αυτοκίνητο
  5. (μεταφορικά) που συμβάλλει στην επιτάχυνση μιας διαδικασίας
    η παρέμβαση αυτού του ομιλητή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην συνέχεια της συζήτησης
  6. εξαιρετικά αυστηρός
    καταλυτική κριτική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]