καταλύσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

καταλύσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλύω
  2. θα καταλύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλύω

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

καταλύσεις θηλυκό

  1. κατάλυση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού