καταμεσήμερο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταμεσήμερο καταμεσήμερα
γενική καταμεσήμερου καταμεσήμερων
αιτιατική καταμεσήμερο καταμεσήμερα
κλητική καταμεσήμερο καταμεσήμερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταμεσήμερο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταμεσήμερο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]