καταμετρηθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταμετρηθείς
καταμετρηθέντας
η καταμετρηθείσα το καταμετρηθέν
      γενική του καταμετρηθέντος
καταμετρηθέντα
της καταμετρηθείσας
καταμετρηθείσης*
του καταμετρηθέντος
    αιτιατική τον καταμετρηθέντα την καταμετρηθείσα το καταμετρηθέν
     κλητική καταμετρηθείς
καταμετρηθέντα
καταμετρηθείσα καταμετρηθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταμετρηθέντες οι καταμετρηθείσες τα καταμετρηθέντα
      γενική των καταμετρηθέντων των καταμετρηθεισών των καταμετρηθέντων
    αιτιατική τους καταμετρηθέντες τις καταμετρηθείσες τα καταμετρηθέντα
     κλητική καταμετρηθέντες καταμετρηθείσες καταμετρηθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταμετρηθείς < καθαρεύουσα, μετοχή παθητικού αορίστου του καταμετρώ

Μετοχή[επεξεργασία]

καταμετρηθείς

  1. (καθαρεύουσα) καταμετρημένος, που καταμετρήθηκε
    οι καταμετρηθέντες σταυροί προτίμησης
    τα καταμετρηθέντα ψηφοδέλτια
δείτε τη λέξη  καταμετρώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]