Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταμιτωτής

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταμιτωτής < καταμιτώνω + -τής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καταμιτωτής αρσενικό