καταναγκαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καταναγκαστικός καταναγκαστική καταναγκαστικό
γενική καταναγκαστικού καταναγκαστικής καταναγκαστικού
αιτιατική καταναγκαστικό καταναγκαστική καταναγκαστικό
κλητική καταναγκαστικέ καταναγκαστική καταναγκαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταναγκαστικοί καταναγκαστικές καταναγκαστικά
γενική καταναγκαστικών καταναγκαστικών καταναγκαστικών
αιτιατική καταναγκαστικούς καταναγκαστικές καταναγκαστικά
κλητική καταναγκαστικοί καταναγκαστικές καταναγκαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταναγκαστικός < καταναγκάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταναγκαστικός

  1. ο επιβαλλόμενος δια νόμου, διαταγής ή άσκησης βίας
  2. (μεταφορικά) επαχθής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]