κατανεμημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κατανεμημένος κατανεμημένη κατανεμημένο
γενική κατανεμημένου κατανεμημένης κατανεμημένου
αιτιατική κατανεμημένο κατανεμημένη κατανεμημένο
κλητική κατανεμημένε κατανεμημένη κατανεμημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατανεμημένοι κατανεμημένες κατανεμημένα
γενική κατανεμημένων κατανεμημένων κατανεμημένων
αιτιατική κατανεμημένους κατανεμημένες κατανεμημένα
κλητική κατανεμημένοι κατανεμημένες κατανεμημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατανεμημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κατανέμω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.nɛ.mi.ˈmɛ.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

κατανεμημένος, -η, -ο

  1. που έχει κατανεμηθεί
  2. (δίκτυο υπολογιστών) distributed: ο επιμερισμός μιάς λειτουργίας, με την χρήση δικτύου, σε πολλούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έτσι ώστε να μοιάζει στους χρήστες σαν ένας απλός υπολογιστής
     συνώνυμα: διανεμημένος
     αντώνυμα: συγκεντρωτικός

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]