κατανόηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατανόηση κατανοήσεις
γενική κατανόησης
& κατανοήσεως
κατανοήσεων
αιτιατική κατανόηση κατανοήσεις
κλητική κατανόηση κατανοήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατανόηση < κατανο(ώ) + -ηση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.'nɔ.i.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατανόηση θηλυκό

  1. το να καταλαβαίνει κανείς μια κατάσταση
    Για να καταπολεμίσουμε τη κλιματική αλλαγή, είναι απαραίτητη η κατανόηση των αιτιών της.
  2. το να συμπάσχει κανείς με άλλο άτομο, η συμπάθεια
    Έδειξε κατανόηση για τα προβλήματα της.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]