Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταπάνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταπάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπάνω[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.taˈpa.no/

Επίρρημα

[επεξεργασία]

καταπάνω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

καταπάνω