καταπίστευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταπίστευμα καταπιστεύματα
γενική καταπιστεύματος καταπιστευμάτων
αιτιατική καταπίστευμα καταπιστεύματα
κλητική καταπίστευμα καταπιστεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπίστευμα < ελληνιστική κοινή καταπιστεύω (: εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον, έχω πίστη, πεποίθηση σε κάποιον) + -μα ≤ νεολατινική fideicommissum (: αυτό που εμπιστεύθηκε με διαθήκη)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1840

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈpi.stɛѵ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταπίστευμα ουδέτερο

  1. κάτι που εμπιστεύεται κάποιος σε άλλον
    η εξουσία πρέπει να ασκείται ως καταπίστευμα του λαού
  2. (νομικός όρος) δικαίωμα καθορισμού απώτερου κληρονόμου σε περίπτωση θανάτου του πρώτου - αρχικού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]