καταπιάνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπιάνομαι < παθ. φωνή του καταπιάνω που είναι αδόκιμο < κατά + πιάνω < πιθανά από το αρχ. πιάζω και πιέζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταπιάνομαι

  • ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι
    καταπιάστηκαν αρκετοί με το βικιλεξικό και προχώρησε
    Ο Σωτήρης καταπιάστηκε να φτιάξει μια χαλασμένη πρίζα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]