καταπιεσμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]καταπιεσμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου καταπιέζω
- ※ Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτός ο καταπιεσμένος γραβατάκιας, που πήγα να του πάρω μια κοινότοπη συνέντευξη, θα είχε μέσα του τόση ομορφιά να προσφέρει απλόχερα σε μια γυναίκα (Κώστας Μουρσελάς, Το παιχνίδι των τεσσάρων: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 1998)