καταπλήττω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπλήττω < αρχαία ελληνική καταπλήττω < κατά + πλήσσω / πλήττω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleh₂k- (πλήττω, χτυπώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈpli.tɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταπλήττω (παθητική φωνή: καταπλήττομαι)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]