καταπολεμώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπολεμώ < κατα + πολεμώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.pɔ.lɛ.ˈmɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταπολεμώ και καταπολεμάω

  • εξουδετερώνω κάποιον ή κάτι επικίνδυνο, αντιμετωπίζοντάς το(ν) με δραστικό τρόπο
η κυβέρνηση αγωνίζεται να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]