Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταπόπλους

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταπόπλους < κατ-(άπλους) + απόπλους

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καταπόπλους αρσενικό, πληθυντικός καταπόπλοι

  1. (ναυτικός όρος): η διαδικασία και ο χρόνος του κατάπλου και απόπλου πλοίου ή πλωτού ναυπηγήματος σ΄ έναν όρμο, λιμάνι, παράλια ή πλωτή εγκατάσταση.
    ο καταπόλπλους αναφέρεται ιδιαίτερα σε πλοία ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας και σε πλοία που εκτελούν κυκλικά ταξίδια, π.χ. φορτηγά πλοία γραμμής, κρουαζιερόπλοια κ.ά., ενώ αποτελεί βασικό στατιστικό στοιχείο λιμένων.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

καταπόπλους