καταρράχτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταρράχτης καταρράχτες
γενική καταρράχτη καταρραχτών
αιτιατική καταρράχτη καταρράχτες
κλητική καταρράχτη καταρράχτες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈɾa.xtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταρράχτης αρσενικό και καταρράκτης

δείτε τη λέξη: καταρράκτης