Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταρτίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταρτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρτίζω (βάζω σε τάξη), για την σημασία «εκπαιδεύω» < ελληνιστική κοινή καταρτίζω (προετοιμάζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instruire και την αγγλική train)[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.taɾˈti.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καταρτίζω

καταρτίζω (μεταβατικό), συνήθως στο γ΄ πρόσωπο, αόρ.: κατάρτισε/κατήρτισε(λόγιο), απαρ.ε.αόρ.: καταρτίσει, π.αόρ.: καταρτίστηκε, απαρ.π.αόρ.: καταρτιστεί, μτχ.π.ε.: καταρτιζόμενος, μτχ.π.π.: καταρτισμένος/κατηρτισμένος(λόγιο), μτχ.π.αόρ.: καταρτισθείς(λόγιο), ακλ.μτχ.ε.ε.: καταρτίζοντας[1]

  1. οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο
    παράδειγμα  Στις παρελθούσες εκλογές, τέσσερα κόμματα κατάρτισαν μια τετραμερή συμμαχία για να αποσπάσουν μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων.
     συνώνυμα: συγκροτώ, συστήνω, συμπηγνύω, συνιστώ, σχηματίζω
  2. φτιάχνω ένα επίσημο έγγραφο (π.χ. μία πρόταση, έναν προϋπολογισμό)
    παράδειγμα  καταρτισθείσα σύμβαση
     συνώνυμα: προπαρασκευάζω, συντάσσω
  3. δίνω γνώσεις σε κάποιον
     συνώνυμα: διδάσκω, εκπαιδεύω, εξασκώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 καταρτίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. καταρτίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα