καταρτίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταρτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρτίζω (βάζω σε τάξη), για την σημασία «εκπαιδεύω» < ελληνιστική κοινή καταρτίζω (προετοιμάζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instruire και την αγγλική train)[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taɾˈti.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐ταρ‐τί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]καταρτίζω (μεταβατικό), συνήθως στο γ΄ πρόσωπο, αόρ.: κατάρτισε/κατήρτισε(λόγιο), απαρ.ε.αόρ.: καταρτίσει, π.αόρ.: καταρτίστηκε, απαρ.π.αόρ.: καταρτιστεί, μτχ.π.ε.: καταρτιζόμενος, μτχ.π.π.: καταρτισμένος/κατηρτισμένος(λόγιο), μτχ.π.αόρ.: καταρτισθείς(λόγιο), ακλ.μτχ.ε.ε.: καταρτίζοντας[1]
- οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο
- φτιάχνω ένα επίσημο έγγραφο (π.χ. μία πρόταση, έναν προϋπολογισμό)
καταρτισθείσα σύμβαση- ≈ συνώνυμα: προπαρασκευάζω, συντάσσω
- δίνω γνώσεις σε κάποιον
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καταρτίζω | κατάρτιζα | θα καταρτίζω | να καταρτίζω | καταρτίζοντας | |
| β' ενικ. | καταρτίζεις | κατάρτιζες | θα καταρτίζεις | να καταρτίζεις | κατάρτιζε | |
| γ' ενικ. | καταρτίζει | κατάρτιζε | θα καταρτίζει | να καταρτίζει | ||
| α' πληθ. | καταρτίζουμε | καταρτίζαμε | θα καταρτίζουμε | να καταρτίζουμε | ||
| β' πληθ. | καταρτίζετε | καταρτίζατε | θα καταρτίζετε | να καταρτίζετε | καταρτίζετε | |
| γ' πληθ. | καταρτίζουν(ε) | κατάρτιζαν καταρτίζαν(ε) |
θα καταρτίζουν(ε) | να καταρτίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κατάρτισα | θα καταρτίσω | να καταρτίσω | καταρτίσει | ||
| β' ενικ. | κατάρτισες | θα καταρτίσεις | να καταρτίσεις | κατάρτισε | ||
| γ' ενικ. | κατάρτισε | θα καταρτίσει | να καταρτίσει | |||
| α' πληθ. | καταρτίσαμε | θα καταρτίσουμε | να καταρτίσουμε | |||
| β' πληθ. | καταρτίσατε | θα καταρτίσετε | να καταρτίσετε | καταρτίστε | ||
| γ' πληθ. | κατάρτισαν καταρτίσαν(ε) |
θα καταρτίσουν(ε) | να καταρτίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καταρτίσει | είχα καταρτίσει | θα έχω καταρτίσει | να έχω καταρτίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καταρτίσει | είχες καταρτίσει | θα έχεις καταρτίσει | να έχεις καταρτίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει καταρτίσει | είχε καταρτίσει | θα έχει καταρτίσει | να έχει καταρτίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καταρτίσει | είχαμε καταρτίσει | θα έχουμε καταρτίσει | να έχουμε καταρτίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καταρτίσει | είχατε καταρτίσει | θα έχετε καταρτίσει | να έχετε καταρτίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καταρτίσει | είχαν καταρτίσει | θα έχουν καταρτίσει | να έχουν καταρτίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 καταρτίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ καταρτίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- καταρτίζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καταρτίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)