κατασκευαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κατασκευαστής οι κατασκευαστές
      γενική του κατασκευαστή των κατασκευαστών
    αιτιατική τον κατασκευαστή τους κατασκευαστές
     κλητική κατασκευαστή κατασκευαστές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατασκευαστής < ελληνιστική κοινή κατασκευαστής < αρχαία ελληνική κατασκευάζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατασκευαστής αρσενικό (θηλυκό: κατασκευάστρια)

  1. αυτός που κατασκευάζει κάτι
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η μέθοδος κατασκευαστής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]