καταστέλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταστέλλω < αρχαία ελληνική καταστέλλω < κατά + στέλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταστέλλω , πρτ.: κατέστελλα, στ.μέλλ.: θα καταστείλω, αόρ.: κατέστειλα, παθ.φωνή: καταστέλλομαι, μτχ.π.π.: κατεσταλμένος παθ. παρατατικός: καταστελλόμουν, παθ. αόριστος: καταστάλθηκα, κατεστάλην

  1. μειώνω, περιορίζω, συγκρατώ
  2. εμποδίζω, καταπνίγω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]