καταστατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καταστατικός καταστατική καταστατικό
γενική καταστατικού καταστατικής καταστατικού
αιτιατική καταστατικό καταστατική καταστατικό
κλητική καταστατικέ καταστατική καταστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταστατικοί καταστατικές καταστατικά
γενική καταστατικών καταστατικών καταστατικών
αιτιατική καταστατικούς καταστατικές καταστατικά
κλητική καταστατικοί καταστατικές καταστατικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταστατικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καταστατικός

  1. αυτός που αναφέρεται σε μια κατάσταση
  2. αυτός που ρυθμίζει μια κατάσταση, συνήθως δια της επιβολής κανόνων λειτουργίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καταστατικός χάρτης : το σύνταγμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]